Η βλάβη στη σηματοδότηση, οι οδηγίες από το κέντρο ελέγχου και η ταχύτητα του συρμού βρίσκονται στο επίκεντρο της έρευνας για το δυστύχημα με τους 69 νεκρούς.
Στις αποφάσεις που ελήφθησαν μετά τη βλάβη του συστήματος σιδηροδρομικής σηματοδότησης επικεντρώνεται η έρευνα για την τραγωδία στην Ούρδα της Ισπανίας, όπου 69 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τη σύγκρουση δύο τρένων υψηλής ταχύτητας.
Η προκαταρκτική έκθεση, στοιχεία της οποίας δημοσιοποιήθηκαν την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2026, αναφέρει ότι το τρένο της Renfe που προσέκρουσε στον ακινητοποιημένο συρμό της Iryo κινούνταν με εκτιμώμενη ταχύτητα 160 έως 200 χιλιομέτρων την ώρα.
Το δυστύχημα σημειώθηκε την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου, στη σιδηροδρομική γραμμή που συνδέει τη Μαδρίτη με τη Σεβίλλη.
Τι συνέβη μετά τη βλάβη στη σηματοδότηση
Πριν από τη σύγκρουση, είχε παρουσιαστεί πρόβλημα στο αυτόματο σύστημα ελέγχου της κυκλοφορίας, το οποίο οδήγησε στην ακινητοποίηση συρμών σε τμήμα του δικτύου.
Μετά τη βλάβη, η διαχείριση της κυκλοφορίας πέρασε σε χειροκίνητες διαδικασίες, με το κέντρο ελέγχου της Μαδρίτης να δίνει οδηγίες στους μηχανοδηγούς.
Σύμφωνα με τα πρώτα ευρήματα, δόθηκε άδεια σε τρένο της Renfe να συνεχίσει την πορεία του με κανονική ταχύτητα, παρότι μπροστά του βρισκόταν συρμός της Iryo που δεν είχε καταφέρει να επανεκκινήσει.
Η έρευνα εξετάζει κατά πόσο τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας, καθώς σε περίπτωση δυσλειτουργίας της αυτόματης σηματοδότησης προβλεπόταν, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, περιορισμός της ταχύτητας στα 40 χλμ./ώρα.
Η ταχύτητα που καταγράφει η προκαταρκτική έρευνα
Το γεγονός ότι το τρένο της Renfe κινούνταν με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία που διερευνούν οι αρχές.
Οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούν την ταχύτητα κατά την πρόσκρουση μεταξύ 160 και 200 χλμ./ώρα, χωρίς ωστόσο να έχει προσδιοριστεί ακόμη με ακρίβεια.
Για την επιβεβαίωση του αριθμού θα εξεταστούν τα δεδομένα του καταγραφέα του συρμού, τα οποία αναμένεται να βοηθήσουν στην ανασύνθεση των τελευταίων στιγμών πριν από τη σύγκρουση.
Τα ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά
Η έρευνα καλείται να αποσαφηνίσει πώς δόθηκε άδεια κίνησης στον έναν συρμό, ενώ ο άλλος παρέμενε ακινητοποιημένος στην ίδια γραμμή, αλλά και ποια μέτρα προστασίας έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί μετά τη βλάβη.
Παράλληλα, εξετάζονται οι επικοινωνίες μεταξύ του κέντρου ελέγχου και των μηχανοδηγών, καθώς και η αλληλουχία των εντολών που προηγήθηκαν του δυστυχήματος.
Οι διαπιστώσεις αυτές δεν συνιστούν ακόμη οριστική απόδοση ευθυνών. Το τελικό πόρισμα θα πρέπει να συνδυάσει τα τεχνικά δεδομένα με τις μαρτυρίες και το υπόλοιπο υλικό της έρευνας.
Η σύγκρουση της 28ης Οκτωβρίου συγκαταλέγεται στις πιο πολύνεκρες σιδηροδρομικές τραγωδίες των τελευταίων ετών στην Ισπανία, με τις αρχές να συνεχίζουν τη διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν στον θάνατο 69 ανθρώπων.


