Χιλιάδες κύριες συντάξεις παραμένουν σε εκκρεμότητα, με σημαντικά ποσά και τόκους.
Σε εξέλιξη βρίσκεται η διαδικασία καταβολής αναδρομικών συντάξεων, ωστόσο χιλιάδες συνταξιούχοι εξακολουθούν να βρίσκονται σε αναμονή, καθώς το σύνολο των εκκρεμοτήτων δεν έχει ακόμη εκκαθαριστεί. Τα ποσά που διεκδικούνται σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν τις 8.500 ευρώ και αφορούν κυρίως κύριες συντάξεις, για τις οποίες προβλέπεται και καταβολή τόκων.
Περίπου 370.000 συνταξιούχοι που είχαν προσφύγει στη Δικαιοσύνη και δικαιώθηκαν αναμένουν αναδρομικά 11μήνου, με επιτόκιο 6% σε ετήσια βάση. Οι τόκοι υπολογίζονται για χρονικό διάστημα που φτάνει έως και τα επτά χρόνια, αυξάνοντας σημαντικά το τελικό ποσό που θα λάβουν οι δικαιούχοι.
Την ίδια ώρα, εκκρεμότητες καταγράφονται και για συνταξιούχους που αποχώρησαν μετά τον Μάιο του 2016, παρότι έχουν πάνω από 30 έτη ασφάλισης. Οι συγκεκριμένοι ασφαλισμένοι, κυρίως από ΔΕΚΟ, τράπεζες και ειδικούς κλάδους, δεν έχουν λάβει ούτε τις προβλεπόμενες αυξήσεις ούτε τα αναδρομικά που απορρέουν από τον επανυπολογισμό των συντάξεών τους.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του e-ΕΦΚΑ, σε εκκρεμότητα παραμένουν περίπου 40.000 κύριες συντάξεις. Οι περισσότερες αφορούν τον πρώην ΟΑΕΕ – ΤΕΒΕ, το Δημόσιο και το πρώην ΙΚΑ, ενώ σημαντικός αριθμός εντοπίζεται και στα ταμεία επιστημόνων του πρώην ΕΤΑΑ. Οι αυξήσεις που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες περιπτώσεις έχουν αναδρομική ισχύ από τον Οκτώβριο του 2019, βάσει των βελτιωμένων ποσοστών αναπλήρωσης του νόμου 4670/2020.
Για ασφαλισμένους με 35 έως 36 έτη ασφάλισης, τα αναδρομικά συνήθως κυμαίνονται από 3.000 έως 5.000 ευρώ, ενώ σε περιπτώσεις 40ετίας και υψηλών συντάξιμων αποδοχών, τα ποσά μπορούν να υπερβούν τις 8.500 ευρώ. Οι προσαυξήσεις εφαρμόζονται κλιμακωτά, με ενδεικτική αύξηση 1,08% στα 31 έτη και συνολική προσαύξηση 7,2% στα 40 έτη ασφάλισης.
Το Υπουργείο Εργασίας διευκρινίζει ότι δεν απαιτείται καμία ενέργεια από τους συνταξιούχους, καθώς ο επανυπολογισμός πραγματοποιείται αυτεπάγγελτα. Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι μαζικές αιτήσεις χωρίς τεκμηρίωση δεν επιταχύνουν τη διαδικασία και ενδέχεται να προκαλέσουν πρόσθετες καθυστερήσεις, με τον συνολικό σχεδιασμό να προβλέπει ολοκλήρωση των πληρωμών έως τις αρχές του 2026.



