Νέες διαστάσεις λαμβάνει η υπόθεση της δολοφονίας του 20χρονου στο Ηράκλειο, μετά τις δημόσιες τοποθετήσεις της εκπροσώπου Τύπου της Ελληνική Αστυνομία, Κωνσταντία Δημογλίδου, η οποία υποστήριξε ότι ο 54χρονος δράστης είχε συλληφθεί σε περισσότερα από ένα περιστατικά πριν από το φονικό, αλλά στη συνέχεια αφέθηκε ελεύθερος.
Μιλώντας στην εκπομπή «Συνδέσεις» της ERTNews, η κ. Δημογλίδου ανέφερε ότι το θύμα είχε απευθυνθεί επανειλημμένα στις αστυνομικές αρχές ζητώντας προστασία. Σύμφωνα με την ίδια, το 2024 είχε καταγραφεί επίθεση σε βάρος του νεαρού από άτομο με καλυμμένα χαρακτηριστικά, το οποίο ταυτοποιήθηκε γρήγορα και συνελήφθη μέσω της αυτόφωρης διαδικασίας.
Όπως εξήγησε, μετά τη σύλληψη είχε αφαιρεθεί από τον 54χρονο και η άδεια κατοχής κυνηγετικού όπλου, ενώ του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι. Ωστόσο, οι όροι αυτοί παραβιάστηκαν, με αποτέλεσμα το θύμα να καταγγείλει εκ νέου το περιστατικό στην αστυνομία.
Η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. υποστήριξε ότι και σε αυτή την περίπτωση ο δράστης συνελήφθη άμεσα, ενώ ενημερώθηκε και η αρμόδια εισαγγελική αρχή για την παραβίαση των περιοριστικών όρων. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με όσα ανέφερε, ο 54χρονος αφέθηκε ελεύθερος με προφορική εντολή εισαγγελέα χωρίς να οδηγηθεί ενώπιον του.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και σε παλαιότερη υπόθεση τροχαίου δυστυχήματος, στην οποία ο ίδιος άνδρας είχε εμπλακεί. Όπως σημείωσε η κ. Δημογλίδου, η αστυνομία είχε σχηματίσει δικογραφία για σοβαρό τροχαίο με τραυματισμούς, ενώ αργότερα ένας από τους τραυματίες -17χρονος συνοδηγός- κατέληξε. Η υπόθεση διαβιβάστηκε στη Δικαιοσύνη, χωρίς ωστόσο μέχρι στιγμής να έχει προκύψει ποινική εξέλιξη εις βάρος του οδηγού.
Σε ό,τι αφορά το όπλο που χρησιμοποιήθηκε στη δολοφονία, η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. διευκρίνισε ότι το περίστροφο δεν είχε εντοπιστεί στις προηγούμενες κατ’ οίκον έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στην κατοικία του 54χρονου. Σύμφωνα με την ίδια, η αστυνομία είχε αφαιρέσει την κυνηγετική καραμπίνα που κατείχε νόμιμα, ωστόσο το όπλο της δολοφονίας δεν είχε δηλωθεί ούτε είχε βρεθεί κατά τους ελέγχους.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο διάλογο γύρω από τη διαχείριση περιστατικών έμφυλης και στοχευμένης βίας, την εφαρμογή περιοριστικών όρων και τη συνεργασία αστυνομικών και δικαστικών αρχών σε υποθέσεις όπου υπάρχουν επαναλαμβανόμενες καταγγελίες και ενδείξεις επικινδυνότητας.



