Οι αριθμοί αποτυπώνουν μια αλλαγή που δεν αφορά πλέον μόνο το μέλλον, αλλά ήδη μεταμορφώνει τη χώρα: οι γεννήσεις στην Ελλάδα έχουν μειωθεί δραστικά μέσα σε 15 χρόνια, ενώ οι θάνατοι υπερβαίνουν πλέον κατά πολύ τις γεννήσεις. Το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις και 126.916 θάνατοι, με το φυσικό ισοζύγιο να είναι αρνητικό κατά 58.449 άτομα. Πίσω από τη στατιστική εικόνα βρίσκεται μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη εξέλιξη: μειώνεται και ο αριθμός των γυναικών στις ηλικίες όπου συνήθως δημιουργούνται οικογένειες.
Η δημογραφική εικόνα της Ελλάδας γίνεται χρόνο με τον χρόνο δυσκολότερη και τα τελευταία στοιχεία αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος της μεταβολής. Η χώρα δεν αντιμετωπίζει μόνο μια συγκυριακή υποχώρηση των γεννήσεων, αλλά μια μακροχρόνια μεταβολή της ηλικιακής και πληθυσμιακής της σύνθεσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2024 γεννήθηκαν 68.467 παιδιά, έναντι 71.455 το 2023, καταγράφοντας μείωση 4,2%. Την ίδια χρονιά καταγράφηκαν 126.916 θάνατοι, έναντι 128.101 το 2023. Η διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων διαμορφώθηκε έτσι στις 58.449 περισσότερες απώλειες από γεννήσεις.
Η σύγκριση με το 2009 είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Τότε είχαν καταγραφεί 117.933 γεννήσεις, ενώ το 2024 ο αριθμός τους περιορίστηκε στις 68.467. Πρόκειται για μείωση περίπου 42%, μέσα σε μόλις 15 χρόνια. Την ίδια περίοδο οι θάνατοι αυξήθηκαν από 108.316 σε 126.916.
Η αλλαγή αποτυπώνεται και στον λόγο θανάτων προς γεννήσεις. Το 2009 αντιστοιχούσαν περίπου 92 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις. Το 2024 η αναλογία είχε σχεδόν διπλασιαστεί, φτάνοντας τους 184 θανάτους για κάθε 100 γεννήσεις.
Από τις 117.000 γεννήσεις στις περίπου 68.000
Η σημερινή εικόνα δεν δημιουργήθηκε μέσα σε λίγα χρόνια. Ήδη από τις προηγούμενες δεκαετίες η Ελλάδα είχε εισέλθει σε μια περίοδο χαμηλότερης γονιμότητας, με τις νεότερες γενιές να είναι αριθμητικά μικρότερες από εκείνες που προηγήθηκαν.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 καταγράφονταν περίπου 148.000 γεννήσεις ετησίως. Σήμερα ο αριθμός κινείται κοντά στις 68.000, γεγονός που δείχνει πόσο βαθιά έχει μεταβληθεί η δημογραφική βάση της χώρας.
Παράλληλα, έχει μετατοπιστεί προς μεγαλύτερες ηλικίες και η τεκνοποίηση. Η μέση ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά έχει αυξηθεί σημαντικά, από περίπου 26 έτη στις προηγούμενες δεκαετίες σε πάνω από 32 έτη σήμερα. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την καθυστέρηση στη δημιουργία οικογένειας, η οποία επηρεάζει και το συνολικό αριθμό των παιδιών που τελικά αποκτώνται.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο ότι οι οικογένειες αποκτούν λιγότερα παιδιά. Είναι ότι υπάρχουν πλέον και λιγότερες γυναίκες στις ηλικίες όπου πραγματοποιούνται οι περισσότερες γεννήσεις.
480.000 λιγότερες γυναίκες 25-44 ετών
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η δημογραφική έρευνα του Βύρωνα Κοτζαμάνη, καθηγητή Δημογραφίας και διευθυντή ερευνών του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25 έως 44 ετών μειώθηκε κατά περίπου 480.000, δηλαδή κατά 28%, από το 2009 έως την περίοδο 2024-2025.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί έναν δημογραφικό μηχανισμό που είναι δύσκολο να ανακοπεί άμεσα. Οι μικρότερες γενιές που γεννήθηκαν μετά τη δεκαετία του 1980 φτάνουν σήμερα στις ηλικίες δημιουργίας οικογένειας. Επομένως, ακόμη και αν η γονιμότητα αυξανόταν, η χώρα διαθέτει πλέον μικρότερο αριθμό δυνητικών γονέων σε σχέση με το παρελθόν.
Στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας έχει συμβάλει και η μετανάστευση νέων ανθρώπων κατά την περίοδο μετά το 2010, χωρίς όμως να αποτελεί τη μοναδική αιτία της δημογραφικής μεταβολής. Η βασική τάση είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, μέσα από τη σταδιακή μείωση των γεννήσεων.
Η δημογραφική εικόνα αλλάζει από περιοχή σε περιοχή
Η συρρίκνωση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε ολόκληρη τη χώρα. Ορισμένες περιοχές αντιμετωπίζουν πολύ εντονότερη πτώση των γεννήσεων, ενώ άλλες εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Μεταξύ 2009 και 2024, στη Θεσπρωτία, τα Γρεβενά, τη Φθιώτιδα, την Κοζάνη, την Ευρυτανία και τη Φλώρινα η μείωση των γεννήσεων ξεπέρασε το 50%. Σε ακόμη δέκα Περιφερειακές Ενότητες η υποχώρηση κινήθηκε μεταξύ 45% και 50%.
Η εικόνα είναι διαφορετική σε αρκετές νησιωτικές περιοχές. Σε έξι νησιωτικές Περιφερειακές Ενότητες η μείωση δεν ξεπέρασε το 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο ήταν μικρότερη από 15%.
Η διαφοροποίηση συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την ηλικιακή σύνθεση κάθε περιοχής, τη δυνατότητα συγκράτησης νέων ανθρώπων, αλλά και την προσέλκυση πληθυσμού από άλλες περιοχές της Ελλάδας ή από το εξωτερικό.
Μόλις πέντε Περιφερειακές Ενότητες είχαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους
Το 2024 μόλις πέντε από τις 74 Περιφερειακές Ενότητες της χώρας εμφάνισαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους: η Θήρα, η Μύκονος, η Κως, η Νάξος και το Ρέθυμνο.
Στον αντίποδα, σε 17 Περιφερειακές Ενότητες καταγράφηκαν από 250 έως 376 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις. Στις Σέρρες, την Ευρυτανία και τα Γρεβενά η αναλογία έφτασε τουλάχιστον στους 3,5 θανάτους για κάθε γέννηση.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το δημογραφικό πρόβλημα δεν έχει την ίδια ένταση παντού. Οι περιοχές που χάνουν νεότερους κατοίκους και εμφανίζουν υψηλότερη συγκέντρωση ηλικιωμένων βρίσκονται αντιμέτωπες με πολύ μεγαλύτερη φυσική συρρίκνωση.
Αντίθετα, περιοχές με τουριστική δραστηριότητα, εισροή νέων κατοίκων ή διαφορετικό ηλικιακό προφίλ μπορούν να εμφανίζουν καλύτερους δημογραφικούς δείκτες.
Το φυσικό ισοζύγιο έχει πλέον αντιστραφεί
Η μεταβολή φαίνεται καθαρά αν εξεταστεί η πορεία του φυσικού ισοζυγίου σε βάθος δεκαετιών. Κατά την περίοδο 1971-1980 η Ελλάδα είχε περίπου 638.000 περισσότερες γεννήσεις από θανάτους. Την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276.000 και την περίοδο 1991-2000 στις μόλις 22.000.
Μετά το 2010 η σχέση αντιστράφηκε οριστικά. Κατά την περίοδο 2011-2020 οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις κατά περίπου 267.000. Μόνο στην πενταετία 2021-2025 η διαφορά έφτασε περίπου τις 290.000.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν τη συνεχή αρνητική πορεία των τελευταίων ετών: το 2020 καταγράφηκαν 84.764 γεννήσεις και 131.025 θάνατοι, το 2021 85.346 γεννήσεις και 143.904 θάνατοι, το 2022 76.095 γεννήσεις και 140.792 θάνατοι, το 2023 71.455 γεννήσεις και 128.101 θάνατοι και το 2024 68.467 γεννήσεις και 126.916 θάνατοι.
Η δημογραφική μεταβολή, επομένως, δεν είναι απλώς ζήτημα του αριθμού των παιδιών που γεννιούνται κάθε χρόνο. Επηρεάζει την ηλικιακή σύνθεση της χώρας, τη σχέση εργαζομένων και συνταξιούχων, τις ανάγκες σε σχολεία και υπηρεσίες, την περιφερειακή ανάπτυξη και, μακροπρόθεσμα, τη βιωσιμότητα ολόκληρων περιοχών.
Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι μπροστά σε έναν δημογραφικό κύκλο όπου η μείωση των γεννήσεων δημιουργεί μικρότερες γενιές, οι μικρότερες γενιές οδηγούν σε λιγότερες γυναίκες και άνδρες σε ηλικίες οικογένειας και αυτό, με τη σειρά του, περιορίζει τις δυνατότητες για ανάκαμψη των γεννήσεων στο άμεσο μέλλον.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο πόσα παιδιά γεννιούνται κάθε χρόνο. Είναι και πόσοι νέοι άνθρωποι παραμένουν στη χώρα, σε ποιες περιοχές ζουν, σε ποια ηλικία δημιουργούν οικογένεια και αν οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες τους επιτρέπουν να αποκτήσουν τον αριθμό των παιδιών που επιθυμούν. Τα δεδομένα δείχνουν ότι η δημογραφική αλλαγή έχει ήδη συντελεστεί σε σημαντικό βαθμό και ότι η αντιμετώπισή της απαιτεί να εξεταστούν ταυτόχρονα η γονιμότητα, η ηλικιακή δομή, η μετανάστευση και η γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού.



