Η Ουάσιγκτον προαναγγέλλει πρωτοφανή οικονομική απομόνωση του Ιράν, την ώρα που οι διπλωματικές επαφές παραμένουν «παγωμένες» και η ένταση στον Κόλπο συνεχίζεται
Σε νέα φάση περνά η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, με τον Ντόναλντ Τραμπ να στρέφεται πλέον στην άσκηση ακόμη μεγαλύτερης οικονομικής πίεσης και την Τεχεράνη να διαμηνύει ότι οι αμερικανικές απειλές δεν πρόκειται να οδηγήσουν σε παραχωρήσεις.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί χαρακτήρισε τις εξαγγελίες του Αμερικανού προέδρου για «οικονομικό πόλεμο άνευ προηγουμένου» αντιπερισπασμό από τα οικονομικά προβλήματα των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε προσπάθεια περαιτέρω πίεσης στη χώρα του θα αποτύχει.
Η αντίδραση ήρθε μετά την απειλή του Τραμπ ότι όχι μόνο το Ιράν, αλλά και οποιαδήποτε χώρα το βοηθήσει να παρακάμψει την οικονομική απομόνωση, θα βρεθεί αντιμέτωπη με βαριές συνέπειες.
Σε ανάρτησή του στο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε κυβερνήσεις που θα επιτρέψουν σε τράπεζες, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή άλλους φορείς να στηρίξουν την Τεχεράνη, κάνοντας λόγο για «τρομερές οικονομικές συνέπειες».
Παράλληλα, κατηγόρησε το Ιράν ότι δεν αξιοποίησε την ευκαιρία που του δόθηκε για την επίτευξη συμφωνίας και προανήγγειλε μία εξαιρετικά σκληρή επιχείρηση οικονομικής απομόνωσης.
Ο Τραμπ αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε δραστηριότητες που, κατά την Ουάσιγκτον, επιτρέπουν στην ιρανική οικονομία να παρακάμπτει τις κυρώσεις, όπως το λαθρεμπόριο πετρελαίου, οι μεταφορές χρημάτων, οι συναλλαγές σε ξένα νομίσματα και η χρήση εταιρειών-βιτρινών.
Δεν διευκρίνισε, πάντως, ποια πρόσθετα μέτρα σχεδιάζει να ενεργοποιήσει η αμερικανική κυβέρνηση.
Η αντιπαράθεση μεταφέρεται στην οικονομία
Οι τελευταίες κινήσεις δείχνουν ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αυξήσει την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη, ενώ στο στρατιωτικό πεδίο η ένταση των συγκρούσεων έχει περιοριστεί.
Η περιοχή εξακολουθεί, ωστόσο, να βρίσκεται σε εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση μετά την έναρξη του πολέμου με τους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς της 28ης Φεβρουαρίου και την ιρανική απάντηση που ακολούθησε.
Κεντρικό σημείο της αντιπαράθεσης παραμένει το στενό του Ορμούζ. Η Τεχεράνη έκλεισε τη στρατηγικής σημασίας θαλάσσια δίοδο, ενώ η Ουάσιγκτον προχώρησε σε αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο.
Νέα εστία έντασης δημιουργήθηκε και με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία κατηγόρησαν το Ιράν για εκτόξευση δύο βαλλιστικών πυραύλων με στόχο τη «διεθνή ναυσιπλοΐα». Οι πύραυλοι κατέληξαν στη θάλασσα, ενώ η Τεχεράνη αρνήθηκε ότι ευθύνεται για την επίθεση.
Τα ΗΑΕ απάντησαν αναστέλλοντας μέχρι νεοτέρας τις εμπορικές και χρηματοοικονομικές συναλλαγές τους με το Ιράν.
«Παγωμένος» ο διάλογος
Την ίδια στιγμή, οι προσπάθειες για διπλωματική διέξοδο παραμένουν σε αδιέξοδο. Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι αυτή την περίοδο δεν διεξάγονται ούτε σχεδιάζονται συνομιλίες με το Ιράν.
Οι επαφές μεταξύ των δύο πλευρών έχουν ανασταλεί, ενώ η Τεχεράνη επιμένει ότι δεν πρόκειται να ανοίξει το στενό του Ορμούζ χωρίς την εφαρμογή των δεσμεύσεων που θεωρεί ότι έχει αναλάβει η αμερικανική πλευρά.
Η αρχική συμφωνία για κατάπαυση του πυρός διάρκειας 60 ημερών και έναρξη διαπραγματεύσεων κατέρρευσε μετά την επανέναρξη των εχθροπραξιών τον Ιούλιο.
Στο μεταξύ, το Ιράν βρίσκεται σε επαφές με το Ομάν για το μελλοντικό καθεστώς διαχείρισης του Ορμούζ. Η Τεχεράνη επιδιώκει να επιβάλει τέλη για υπηρεσίες που παρέχονται στη θαλάσσια δίοδο, κάτι που απορρίπτουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και χώρες της περιοχής.
Με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις να έχουν υποχωρήσει σε ένταση αλλά χωρίς ουσιαστική διπλωματική πρόοδο, το βάρος της αντιπαράθεσης μεταφέρεται πλέον όλο και περισσότερο στο οικονομικό πεδίο.




