Σε ένα από τα πλέον απομακρυσμένα νησιά του Ιονίου, η πρόσβαση των παιδιών σε βασικές υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο. Η Ιθάκη παραμένει χωρίς μόνιμο παιδίατρο εδώ και χρόνια, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από κατοίκους και τοπικούς φορείς, οι οποίοι κάνουν λόγο για σοβαρό κενό στη δημόσια υγειονομική κάλυψη.
Σύμφωνα με τοπικές πληροφορίες, από το 2017 δεν υπηρετεί μόνιμος παιδίατρος στο νησί. Για ένα διάστημα, οι ανάγκες καλύπτονταν προσωρινά από γιατρό που μετέβαινε από την Κεφαλονιά λίγες φορές τον μήνα, ωστόσο και αυτή η περιορισμένη εξυπηρέτηση έχει πλέον διακοπεί.
Η κατάσταση δημιουργεί καθημερινές δυσκολίες για δεκάδες οικογένειες, οι οποίες αναγκάζονται να ταξιδεύουν προς την Κεφαλονιά ή ακόμη και την Πάτρα για ιατρική φροντίδα των παιδιών τους. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν οι καιρικές συνθήκες και τα περιορισμένα ακτοπλοϊκά δρομολόγια δυσχεραίνουν τις μετακινήσεις.
Η έπαρχος του νησιού, Σμαράγδα Σαρδελή, υπογράμμισε ότι η έλλειψη παιδιάτρου αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα ζητήματα που αντιμετωπίζει η τοπική κοινωνία. Όπως ανέφερε, το Κέντρο Υγείας διαθέτει περιορισμένο ιατρικό προσωπικό, με έναν παθολόγο, δύο καρδιολόγους -εκ των οποίων ο ένας συνταξιούχος- και πέντε αγροτικούς γιατρούς, οι οποίοι δεν επαρκούν για να καλύψουν τις συνολικές ανάγκες του νησιού.
Παράλληλα, η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων επιχειρεί να ενισχύσει την προσέλκυση ιατρικού προσωπικού μέσω οικονομικών κινήτρων. Σύμφωνα με την ίδια, παρέχεται επιπλέον οικονομική ενίσχυση ύψους 450 ευρώ σε αγροτικούς και επικουρικούς γιατρούς που επιλέγουν να υπηρετήσουν στα νησιά της περιφέρειας, μέτρο που ξεκίνησε από την Ιθάκη και επεκτάθηκε σταδιακά σε όλα τα Επτάνησα.
Ωστόσο, παρά τις συνεχείς παρεμβάσεις και τα επανειλημμένα αιτήματα προς το υπουργείο Υγείας, λύση δεν έχει ακόμη δοθεί. Πρόσφατα κατατέθηκε νέα πρόταση προς την 6η Υγειονομική Περιφέρεια για προσωρινή κάλυψη της Ιθάκης από παιδιάτρους της Κεφαλονιάς, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχει επίσημη ανταπόκριση.
Το ζήτημα επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας μεταξύ της ηπειρωτικής και της νησιωτικής Ελλάδας, ιδιαίτερα σε περιοχές με μικρό πληθυσμό και αυξημένες δυσκολίες στελέχωσης.



